οικοδομή

οικοδομή
η
1. το σπίτι που κατασκευάζεται: Η οικοδομή βρίσκεται στην τοιχοποιία.
2. το τελειωμένο σπίτι, κτίριο, οικοδόμημα: Φόρος οικοδομών. – Παλιά οικοδομή.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • οἰκοδομή — fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οικοδομή — η (ΑΜ οικοδομή) [οικοδόμος (Ι)] 1. ανέγερση κτηρίου, οικοδόμηση, κτίσιμο («η οικοδομή θα αρχίσει σε έναν μήνα») 2. το υπό ανέγερση κτήριο 3. οικοδόμημα, κτήριο αρχ. μτφ. 1. η ενέργεια πράξεων που αποσκοπούν στην επίτευξη επωφελών αποτελεσμάτων… …   Dictionary of Greek

  • οἰκοδομῇ — οἰκοδομέω build a house pres subj mp 2nd sg οἰκοδομέω build a house pres ind mp 2nd sg οἰκοδομέω build a house pres subj act 3rd sg οἰκοδομῆι , οἰκοδομεύς masc dat sg (epic ionic) οἰκοδομή fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἰκοδομῆι — οἰκοδομῇ , οἰκοδομέω build a house pres subj mp 2nd sg οἰκοδομῇ , οἰκοδομέω build a house pres ind mp 2nd sg οἰκοδομῇ , οἰκοδομέω build a house pres subj act 3rd sg οἰκοδομεύς masc dat sg (epic ionic) οἰκοδομῇ , οἰκοδομή fem dat sg (attic epic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οικία — Οικοδομή που χρησιμεύει για κατοικία. Βλ. λ. σπίτι. * * * η (ΑΜ οἰκία, Α ιων. τ. οἰκίη, κρητ. και λοκρικός τ. Fοικία) στεγασμένος χώρος ειδικά διαρρυθμισμένος για τη διαμονή τής οικογένειας, εστία τής οικογενειακής ζωής, σπίτι («οἰκίας τε… …   Dictionary of Greek

  • οἰκοδομαῖς — οἰκοδομή fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἰκοδομαί — οἰκοδομή fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἰκοδομήν — οἰκοδομή fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χαλκή — Μεγαλοπρεπής οικοδομή η οποία ανεγέρθηκε από τον Μέγα Κωνσταντίνο. Αποτελούσε τα προπύλαια και την επίσημη είσοδο των βασιλικών ανακτόρων της Κωνσταντινούπολης, στη βορειοανατολική πλευρά του περιβόλου των ανακτόρων προς την πλατεία του… …   Dictionary of Greek

  • παλάτι — Το ανάκτορο του αυτοκράτορα Αυγούστου που βρισκόταν στον Παλατίνο λόφο. Η αρχική αυτή ερμηνεία του όρου διευρύνθηκε αργότερα και σήμαινε ανάκτορο, μέγαρο. Στα νεότερα χρόνια, με τον όρο παλάτι προσδιορίζεται το βασιλικό ανάκτορο. Τα αρχαιότερα… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”